διασύρω


διασύρω
(AM διασύρω)
1. ξεσχίζω, κομματιάζω
2. εξευτελίζω, διαπομπεύω
νεοελλ.
κακολογώ
μσν.
(αμτβ.) καθυστερώ, χρονοτριβώ
αρχ.
1. παρασύρω
2. διασπείρω, διασκορπίζω, διαλύω («ὅρμησε σπεύδων καταταχῆσαι καὶ πτοήσας διασῡραι τὴν σύνοδον αὐτῶν»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διασύρω — διασύρω, διέσυρα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασύρω — διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres subj act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces pres ind act 1st sg διασύ̱ρω , διασύρω tear in pieces aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασύρω — [диасиро] р. чернить, порочить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διασύρω — διάσυρα και διέσυρα, διασύρθηκα, διασυρμένος, εξευτελίζω δημόσια, διαπομπεύω, χλευάζω: Η τιμή του διασύρθηκε από την ίδια του τη γυναίκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διέσυρεν — διασύρω tear in pieces aor ind pass 3rd pl (epic) διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces aor ind act 3rd sg διέσῡρεν , διασύρω tear in pieces imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρθέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρῇ — διασύρω tear in pieces aor subj pass 3rd sg διασῠρῇ , διασύρω tear in pieces fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντα — διασύρω tear in pieces aor part pass neut nom/voc/acc pl διασύρω tear in pieces aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασυρέντων — διασύρω tear in pieces aor part pass masc/neut gen pl διασύρω tear in pieces aor imperat pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασέσυρκε — διασύρω tear in pieces perf imperat act 2nd sg διασύρω tear in pieces perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)